
Κάθε φορά που ένα καθεστώς θέλει να περάσει νόμους που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα προκαλούσαν εξέγερση, αξιοποιεί την τακτική του ηθικού πανικού. Συνήθως, επιλέγει έναν ευάλωτο, συμπαθή στόχο και ισχυρίζεται ότι προσπαθεί να τον προστατέψει. Ο συνηθέστερος αυτός στόχος είναι τα παιδιά. Βάζοντας λοιπόν μπροστά τα παιδιά ως ανθρώπινη ασπίδα, στήνει αθόρυβα τη μηχανή για να πετύχει την αφαίρεση δικαιωμάτων κι ελευθεριών, επικαλούμενη με περίσσιο θράσος το συναίσθημα και επιχειρήματα που δεν έχουν καμία απολύτως βάση στην πραγματικότητα.
Το νομοσχέδιο για την «προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο» είναι παραπλανητικό ακόμα κι ως προς τ’ όνομά του. Αυτό που κάνει είναι να θεμελιώνει ένα σύστημα καθολικής παρακολούθησης, που καταργεί την ανωνυμία και ψευδωνυμία στο διαδίκτυο και δημιουργεί μια υποδομή ελέγχου που καμία στοιχειωδώς δημοκρατική κυβέρνηση δε θα έπρεπε να επιδιώκει και καμία ελεύθερη κοινωνία δε θα έπρεπε να δέχεται.
Η υποχρεωτική ταυτοποίηση μέσω Taxis ή βιντεοκλήσης για πρόσβαση σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια ή υλοποίηση, αλλά πολιτική δήλωση: από εδώ και στο εξής, δεν υπάρχει ανώνυμος λόγος στο ελληνικό διαδίκτυο. Κάθε σχόλιο, κάθε κοινοποίηση, κάθε «like» σε ένα άρθρο, σε μια καταγγελία, σε μια πολιτική θέση συνδέεται άρρηκτα και μόνιμα με ένα ονοματεπώνυμο. Το κράτος και οι πολυεθνικές εταιρείες γνωρίζουν πλέον με ακρίβεια ποιος είπε τι, πότε και σε ποιον. Αυτό δεν είναι παρανοϊκό σενάριο, αλλά η κυριολεκτική, λέξη προς λέξη, περιγραφή του νομοσχεδίου, που ενσωματώνει στο εθνικό νομοθετικό πλαίσιο τον τσαμπουκά του χουντικού ενωμοτάρχη με το «πες μου τ’ ονοματάκι σου διά τα περαιτέρω».
Συνέχιση ανάγνωσης



