Σ 29 §1.- Η δικαιική ρύθμιση της ίδρυσης και της λειτουργίας κομμάτων

Από Κόμμα Πειρατών Ελλάδας wiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Σ 29 §1.- Η δικαιική ρύθμιση της ίδρυσης και της λειτουργίας κομμάτων και το ανεπίτρεπτο της αναγκαστικής διάλυσης πολιτικού κόμματος διαμέσου νόμου ή δικαστικής απόφασης


Το άρθρο 29 § 1 του Συντάγματος, με τη λιτή διατύπωση οτι "Έλληνες πολίτες, που έχουν το εκλογικό δικαίωμα, μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και δράση τους οφείλει και εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος" εκφράζει τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη να αποφευχθεί κάθε επέμβαση νομοθετική ή δικαστική στη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, αρκεί η οργάνωση και λειτουργία τους να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Συνακόλουθα, περιεχόμενο νόμου, σχετικού με την οργάνωση και δράση των κομμάτων, δέν επιτρέπεται να είναι τίποτε περισσότερο απο την υποχρέωση κάθε κόμματος να έχει καταρτίσει και να έχει δημοσιεύσει καταστατικό, έτσι που οι οργανωτικές δομές και οι στόχοι του να προσφέρονται σε πολιτική αξιολόγηση εκ μέρους των πολιτών, αναφορικά τόσο με το πρόγραμμά τους, όσο και με την οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία του.


Κατα το άρθρο 29 § 6 ν. 3023/2002, με την ίδρυσή του, το πολιτικό κόμμα αποκτά νομική προσωπικότητα για την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του, κάτι που σημαίνει οτι δέν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των κομμάτων, ως νομικών προσώπων, οι §§ 2 και 3 του άρθρου 12 Σ, ούτε τα άρθρα 78-83 ΑΚ, μήτε το άρθρο 105 ΑΚ για τη δικαστική διάλυση σωματείων.

Οι αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων των κομμάτων, οι σχετικές με την εσωτερική λειτουργία ή τη διάλυσή τους, δέν προσβάλλονται ενώπιον των δικαστηρίων, ούτε με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 101 ΑΚ, αφού τέτοια παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στον τρόπο εσωτερικής οργάνωσης των κομμάτων θα αποτελούσε συνταγματικά ανεπίτρεπτο φαινόμενο και θα προσέκρουε στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, με εξαίρεση την αρμοδιότητα του Α/1 τμήματος του Αρείου Πάγου για την επίλυση των διαφωνιών, των σχετικών με τον δικαιούχο του ονόματος και του εμβλήματος πολιτικού κόμματος, καθώς και με την ιδιότητα του προέδρου ή του μέλους της διοικούσας επιτροπής πολιτικού κόμματος,.

Στις περιπτώσεις τούτες, ως υποθέσεις δημόσιου δικαίου, κατα την έννοια του άρθρου 1 εδ. γ’ ΠολΔ,, η οριστική δικαστική απόφαση που εκδίδεται υπόκειται στις οικείες δικονομικές ρυθμίσεις, όπως του άρθρου 309 ΚΠολΔ, κατα την οποία οι οριστικές αποφάσεις μετά τη δημοσίευσή τους δέν μπορούν να ανακαλούνται απο το δικαστήριο που τις εξέδωσε, καθώς και του άρθρου 321 ΚΠολΔ για την παραγωγή δεδικασμένου υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325, 331 ΚΠολΔ, τόσο για το κύριο αντικείμενο της δίκης, όσο και για τη δεσμευτικότητα του δεδικασμένου, αναφορικά με τα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήμάατα, που ήταν αναγκαία για την κρίση του κύριου ζητήματος.

Όσες αποφάσεις λήφθηκαν σε συνεδρίαση, η οποία δέν είχε συγκληθεί απο νομότυπη πρόκληση της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του κόμματος Δ, ήταν καταστατικά ελαττωματικές και συνακόλουθα άκυρες, ιδίως δε η εκλογή των τριών φυσικών προσώπων Χ1, Χ2 και Χ3, ως μελών της "διοικούσας επιτροπής" του κόμματος, δηλαδή όργανο που δεν προβλέπεται από το μη αμφισβητούμενο αρχικό καταστατικό του Δ.

Ομοίως όμως δέν ήταν καταστατικά νομότυπη ούτε η απόφαση της 30.4.2004 της πολιτικής γραμματείας του Δ. υπό τον πρόεδρό του για την αναστολή λειτουργίας του κόμματος, καθώς, λόγω της σοβαρότητάς της έπρεπε να προέρχεται απο το κατά το άρθρο 24 του καταστατικού του κόμματος του Δεκεμβρίου 2000, ανώτατο πολιτικό όργανο, δηλαδή το συνέδριο. Για τους ίδιους λόγους, δεν ήταν καταστατικά νομότυπη, ούτε η απόφαση της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του Δ. που συνήλθε υπό την προεδρία του Γ στις 12.7.2004 και αποφάσισε, εκτός άλλων, την αναστολή λειτουργίας του Δ.

Άρειος Πάγος 590/2009 [Γ. Χρυσικός]


(Σύνθεση: Γ. Καλαμίδας, Δ. Γιαννακόπουλος, Β. Φούκας, Ν. Λεοντής · δικαστικοί παραστάτες: Ι. Μπατσίλας, Δ. Μπελαντής, Γ. Παπασίμου)


Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009 (…) για να δικάσει μεταξύ:


Α. του αιτούντος [νομίμως λειτουργούντος πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Δ.], που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την διοικούσα επιτροπή του, αποτελούμενη από τους: 1. Χ1. κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, 2. Χ2, κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι.Μ. και 3. Χ3, κάτοικο ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ.Μ. Του καθού η αίτηση [φερόμενου ως πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Δ., το οποίο έχει διαλυθεί και τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους ορισθέντες ως εκκαθαριστές του: 1) Ψ1, κάτοικο ..., 2) Ψ2, κάτοικο ... και 3) Ψ3, κάτοικο ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ.Π. Β. Του αιτούντος (…) πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Δ., το οποίο έχει διαλυθεί και τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους ορισθέντες ως εκκαθαριστές αυτού, μέλη της απερχόμενης Πολιτικής Γραμματείας του κόμματος: 1) Ψ1, κάτοικο ..., 2) Ψ2, κάτοικο ... και 3) Ψ3, κάτοικο ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ.Π.


Των καθών η αίτηση: 1. Χ1, κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, 2. Χ2, κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι.Μ. και 3. Χ3, κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ.Μ.


Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07.04.2004 αίτηση των ήδη αιτούντων. καθών Χ1 και Χ3, καθώς και των Α και Β, που κατατέθηκε στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών (ασφαλιστικά μέτρα). Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3548/2004 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ.137/ 30.5.2004 και 4/2007 αποφάσεις του Α' τμήματος του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.


Με τις από 14.05.2007 και 07.10.2007 αιτήσεις, κατά τη διαδικασία του άρθρου 29 ν. 3023/2002, ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, το αιτούν πολιτικό κόμμα ζητεί να αναγνωριστεί ό,τι σ' αυτή αναφέρεται. Επί της υποθέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1760/2008 απόφαση του Α1 πολιτικού του Αρείου Πάγου, η οποία διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ.


(…) Ι. Με την από 14.11.2008 κλήση του πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Δ. που φέρεται να εκπροσωπείται από την "τριμελή διοικούσα επιτροπή του", φέρονται ενιαία προς συζήτηση: α) η από 7.10.2007 αίτηση του καλούντος πολιτικού κόμματος και β) η από 14.5.2007 αντίθετη αίτηση του ίδιου πολιτικού κόμματος, που φέρεται να έχει διαλυθεί και να τελεί σε εκκαθάριση και να εκπροσωπείται από τους τρεις εκκαθαριστές του, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 1760/2008 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η συνεκδίκαση των δύο αντιθέτων αιτήσεων και η επανάληψη της συζήτησής τους στο ακροατήριο, αφού κρίθηκαν ως βάσιμες οι δηλώσεις αποχής που υπέβαλαν τα τέσσερα εκ των πέντε μελών της σύνθεσης, που δίκασε τις ίδιες δύο αιτήσεις κατά την αρχική δικάσιμο της 19.5.2008, επειδή είχαν αποτελέσει μέλη προηγούμενης σύνθεσης του δικαστηρίου τούτου που είχε εκδικάσει συναφή υπόθεση στο πλαίσιο εκλογικής διαδικασίας των βουλευτικών εκλογών της 16.9.2007.


ΙΙ. Με το άρθρο 29 ν. 3023/2002 ορίσθηκαν τα εξής: 1. Το πολιτικό κόμμα πριν αναλάβει δραστηριότητα καταθέτει ιδρυτική δήλωση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τη δήλωση καταθέτει ο πρόεδρος ή η διοικούσα επιτροπή του και σε αυτή αναφέρεται ότι η οργάνωση και η δράση του εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. 2. Στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου γνωστοποιούνται επίσης το όνομα, το έμβλημα και η έδρα του πολιτικού κόμματος και υποβάλλονται το καταστατικό ή η ιδρυτική του διακήρυξη, που υπογράφονται από διακόσιους, τουλάχιστον, πολίτες με δικαίωμα ψήφου. 3. Η χρήση των συμβόλων του άρθρου 37 § 5 π.δ. 55/1999, ως ονόματος και εμβλήματος πολιτικού κόμματος, απαγορεύεται. 4. Το πολιτικό κόμμα, με τη γνωστοποίηση του ονόματος και του εμβλήματος, έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της χρήσης τους. 5. Οι διαφωνίες για τον δικαιούχο του ονόματος και του εμβλήματος, καθώς επίσης την ιδιότητα του προέδρου ή του μέλους της διοικούσας επιτροπής πολιτικού κόμματος επιλύονται σύμφωνα με τους ορισμούς της § 7 του παρόντος. 6. Το πολιτικό κόμμα αποκτά με την ίδρυσή του νομική προσωπικότητα για την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του. 7. Το άρθρο 38 π.δ. 55/1999 αντικαθίσταται ως εξής: "Σε περίπτωση διαφωνίας για τη χρήση του ονόματος και του εμβλήματος πολιτικού κόμματος, όπως περιέχονται στην εκλογική του δήλωση, αποφασίζει το Α' τμήμα του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αναγνωρίζεται ως δικαιούχος του ονόματος και του εμβλήματος το πολιτικό κόμμα, το οποίο τα είχε γνωστοποιήσει με την κατάθεση της ιδρυτικής του δήλωσης και, κατά την κοινή αντίληψη, τα χρησιμοποιούσε. Το Α' τμήμα του Αρείου Πάγου αποφασίζει επίσης για διαφορές ως προς την ιδιότητα του προέδρου ή μέλους της διοικούσας επιτροπής πολιτικού κόμματος". Από τις πιο πάνω διατάξεις εκείνη της § 7 έχει περιληφθεί ήδη αυτούσια και στην κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών του π.δ. 96/2007, όπου αποτέλεσε το άρθρο 38, ως αφορώσες διαφωνίες περί την "εκλογική δήλωση" που γεννώνται από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου με τη δημοσίευση του διατάγματος για τη διάλυση της βουλής (άρθρο 31 §§ 1 και 3 π.δ. 96/2007). Αντίθετα, οι διαφωνίες, όπως οι ένδικες εν προκειμένω, που έχουν σχέση επίσης με τον δικαιούχο του ονόματος και του εμβλήματος, καθώς επίσης και με την ιδιότητα του προέδρου ή του μέλους της διοικούσας επιτροπής πολιτικού κόμματος, εκτός όμως προεκλογικής περιόδου, δηλαδή με την "ιδρυτική δήλωση", ρυθμίζονται από την § 5 του πιο πάνω άρθρου 29 ν. 3023/2002, επιλύονται δε κατά ρητή παραπομπή στη ρύθμιση της § 7 του ίδιου άρθρου, από το δικαστήριο τούτο και κατά την ίδια διαδικασία που επιλύονται οι διαφωνίες του πλαισίου της προεκλογικής διαδικασίας.


Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 § 1 Σ, "Έλληνες πολίτες, που έχουν το εκλογικό δικαίωμα, μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και δράση τους οφείλει και εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος". Από την πιο πάνω διάταξη, στην οποία τελικά δεν περιελήφθηκε η υπάρχουσα στο αρχικό σχέδιο του Συντάγματος πρόβλεψη για την έκδοση νόμου ως προς την οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων, διαφαίνεται η πρόθεση του συνταγματικού νομοθέτη να αποφευχθεί κάθε επέμβαση νομοθετική ή δικαστική στη λειτουργία τους. Αυτό που θέλει να διασφαλίσει το Σύνταγμα στο άρθρο 29 § 1, είναι ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων θα εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι υπό το πλέγμα περιοριστικών διατάξεων, που θα ορίσει ο κοινός νομοθέτης (επί παραδείγματι, όταν αφορά την ανάδειξη της ηγεσίας τους και εν γένει τη λήψη των αποφάσεων των οργάνων τους και την εσωτερική λειτουργία τους), αλλά με τη συγκεκριμένη συμμετοχή των κομμάτων στη λειτουργία του πολιτεύματος. Για το λόγο δε αυτό, περιεχόμενο νόμου, σχετικού με την οργάνωση και δράση των κομμάτων, δεν μπορεί να αποτελέσει κάτι περισσότερο από την επιβολή στα κόμματα της υποχρέωσης να διαθέτουν και δημοσιεύουν καταστατικό, ώστε, ως θεσμοί που οφείλουν να λειτουργούν υπό καθεστώς διαφάνειας των οργανωτικών δομών και στόχων τους, να προσφέρονται σε πολιτική αξιολόγησή τους από μέρους των πολιτών, όχι μόνο από το πρόγραμμά τους, αλλά και με την εικόνα που εμφανίζουν προς τα έξω σε σχέση με την οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία τους.


Εν όψει αυτών, και όσων πιο πάνω ορίζονται από τις §§ 1 και 2 άρθρ. 29 ν. 3023/2002, καθίσταται σαφές ότι προϋποθέσεις για ανάληψη δραστηριότητας από κόμμα, υπό την έννοια της συμμετοχής του προεχόντως στις γενικές βουλευτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές αποτελούν:


α) η ύπαρξη ιδρυτικής διακήρυξης, που υπογράφεται από διακόσιους τουλάχιστον πολίτες με δικαίωμα ψήφου,


β) το καταστατικό,


γ) η κατάθεση της ιδρυτικής δήλωσης - διακήρυξης του κόμματος στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου,


δ) η ύπαρξη ονόματος, εμβλήματος και έδρας και


ε) η αναφορά στην ιδρυτική δήλωση ότι η οργάνωση και η δράση του κόμματος εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.


Περαιτέρω, με τη διάταξη της § 6 άρθρ. 29 ν. 3023/2002 ορίσθηκε ότι το πολιτικό κόμμα αποκτά με την ίδρυσή του νομική προσωπικότητα "για την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του". Με την πιο πάνω διάταξη καθιερώθηκε πλέον και ρητά, νομοθετικά η απόκτηση από το πολιτικό κόμμα νομικής προσωπικότητας με την ίδρυσή του, όχι όμως απεριόριστης, αλλά με την έννοια ότι το πολιτικό κόμμα καθίσταται πλέον από την έννομη τάξη φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων επί ωρισμένου κύκλου σχέσεων ή τομέων δραστηριοτήτων, που αφορούν αποκλειστικά την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του. Εν όψει αυτών, τα κόμματα δεν μπορούν, ν' αποκτήσουν νομική προσωπικότητα με την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 78-83 του αστικού κώδικα περί των σωματείων, γιατί οι διατάξεις αυτές και λοιπές για τα σωματεία γενικά δε συμβιβάζονται με το άρθρο 29 § 1 του Συντάγματος.


Για τους ίδιους λόγους, αποκλείεται αναμφίβολα η εφαρμογή στα πολιτικά κόμματα του άρθρου 12 §§ 2 και 3 του Συντάγματος και του άρθρου 105 του αστικού κώδικα για τη δικαστική διάλυση σωματείων κλπ, και επομένως είναι ανεπίτρεπτη η αναγκαστική διάλυση και με νόμο ή δικαστική απόφαση πολιτικού κόμματος.


Από τις πιο πάνω όμως διατάξεις δεν αποκλείεται να διαλύεται ένα κόμμα πολιτικό εκούσια με απόφαση του αρμόδιου καταστατικού οργάνου του, το οποίο θα ορίσει και τις αναγκαίες διαδικασίες "εκκαθάρισης" που θα ακολουθήσουν τη διάλυση, χωρίς να αποκλείεται στην περίπτωση αυτή η κατά παραπομπή ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για την εκκαθάριση των νομικών προσώπων του αστικού κώδικα, ύστερα από την απόφαση για τη διάλυση του κόμματος και σε συνδυασμό με την ίδια απόφαση, η οποία, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό ειδικά, ανήκει στην αρμοδιότητα του συνεδρίου του πολιτικού κόμματος, ως του ανωτάτου και κυρίαρχου οργάνου του.


Τα προαναφερθέντα δεν αναιρούνται ούτε από τον κανονισμό Ε.Ε. 2004/2003 της 4.11.2003 "σχετικά με το καθεστώς για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο", και ειδικότερα το άρθρο 3, σύμφωνα με το οποίο ένας από τους όρους που πρέπει να πληροί ένα κόμμα για να τύχει χρηματοδότησης από τον κοινοτικό προϋπολογισμό είναι να έχει νομική προσωπικότητα στο κράτος μέλος όπου εδρεύει, αφού με την προηγηθείσα διάταξη της § 6 άρθρ. 29 ν. 3023/2002 "για την χρηματοδότηση των κομμάτων - βουλευτών" η αυτόθροη κτήση της νομικής προσωπικότητας μετά την τήρηση των προαναφερθεισών διατυπώσεων αφορά μόνο στην εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής τους" με την πιο πάνω έννοια. Επίσης, από τα όσα πιο πάνω αναφέρονται προκύπτει ότι οι αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων των κομμάτων που έχουν σχέση με την εσωτερική λειτουργία, ακόμα δε και με τη διάλυσή τους, δεν προσβάλλονται ευθέως ενώπιον των δικαστηρίων, έστω και με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ (βλ. άρθρο 101 ΑΚ), αφού τέτοια παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στον τρόπο εσωτερικής οργάνωσης των κομμάτων θα αποτελούσε συνταγματικά ανεπίτρεπτο φαινόμενο και θα προσέκρουε στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών.


Εξαίρεση προς τις πιο πάνω ρυθμίσεις αποτελεί στο πλαίσιο της λεγόμενης "διασταύρωσης" των λειτουργιών μόνο η προβλεφθείσα νομοθετικά λειτουργική . εξαιρετική αρμοδιότητα του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και ειδικά του Α1 τμήματος για την επίλυση των διαφωνιών που προαναφέρθηκαν εντός ή εκτός προεκλογικής περιόδου, στο πλαίσιο των οποίων δεν αποκλείεται η έρευνα του κύρους αποφάσεων καταστατικών οργάνων των κομμάτων (βλ. Α.Π. 4/2007 εκλογική) χωρίς όμως η σχετική παρεμπίπτουσα έρευνα να οδηγεί σε ακύρωση της ελεγχόμενης απόφασης. Η διαδικασία εκδίκασης των σχετικών διαφορών των § 5 και 7 του άρθ. 29 ν. 3023/2002, ταυτόσημη και στις δύο περιπτώσεις, είναι εκείνη ενώπιον των αναιρετικών πολιτικών τμημάτων του Αρείου Πάγου, ανεξάρτητα μάλιστα από το κατά πόσο αυτή αφορά νομικά ή πραγματικά ζητήματα εισάγει δε επιτρεπτά προς δικαστική επίλυση διαφορές δημοσίου δικαίου στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 94 § 4 του Συντάγματος και 1 περ. γ' του ΚΠολΔ. Για τους ίδιους λόγους, η οριστική δικαστική απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας υπόκειται στις σχετικές με αυτή δικονομικές ρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 309 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι οι οριστικές αποφάσεις δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε (βλ. Α.Π. 142/2004 εκλογική), αλλά και εκείνη του άρθρου 321 του Κ.Πολ.Δ. για την παραγωγή δεδικασμένου υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325, 331 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η δεσμευτική κρίση με δύναμη δεδικασμένου και των παρεμπιπτόντως κριθέντων ζητημάτων, που ήταν αναγκαία για την κρίση του κύριου ζητήματος από καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο , μεταξύ των ίδιων διαδίκων.


ΙΙΙ. Με την από 14.5.2007 αίτησή του, στρεφόμενη κατά των Χ1, Χ2 και Χ3, το αιτούν πολιτικό κόμμα με την επωνυμία Δ., "ως τελούν σε εκκαθάριση με την από 30.10.2004 απόφαση του έκτακτου συνεδρίου του" και φερόμενο να εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, μέλη της απερχόμενης πολιτικής γραμματείας Ψ1, Ψ2 και Ψ3, επικαλούμενο σχετική διαφωνία που έχει ανακύψει μεταξύ αυτού και των καθ' ων η αίτηση για τη χρήση του ονόματος και του εμβλήματός του, καθώς και για την ιδιότητα των καθ' ων ατομικά φυσικών προσώπων, ως μελών της "διοικούσας επιτροπής του", ζητεί να αποφανθεί το δικαστήριο τούτο: 1) ότι δικαιούχος του ονόματος και του εμβλήματος του ίδιου κόμματος είναι τούτο (αιτούν πολιτικό κόμμα), που εδρεύει στην Αθήνα τελεί σε εκκαθάριση με τις πιο πάνω συνθήκες και εκπροσωπείται νόμιμα από τους αιτούντες εκκαθαριστές, 2) ότι οι καθ' ων η αίτηση που εμφανίζονται ως μέλη της "τριμελούς διοικούσας επιτροπής" του Δ., δεν εκπροσωπούν αυτό και δεν δύνανται να χρησιμοποιούν τον τίτλο και τα εμβλήματα του Δ., και 3) να απειληθεί κατά των καθ' ων χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί.


Εξ άλλου, τα τρία καθ' ων φυσικά πρόσωπα της προηγούμενης αίτησης με την από 7.10.2007 αντίθετη αίτησή τους και με την ίδια ιδιότητα των μελών της "διοικούσας επιτροπής" του ίδιου πολιτικού κόμματος Δ., στρεφόμενη κατά των τριών αιτούντων της προηγούμενης αίτησης με τη "φερόμενη ιδιότητα των εκκαθαριστών του ίδιου πολιτικού κόμματος", επικαλούμενοι την ίδια διαφωνία που έχει ανακύψει μεταξύ των διαδίκων μερών για τη χρήση του ονόματος και του εμβλήματος του ίδιου κόμματος και για την ιδιότητα των αιτούντων ως εκπροσωπούντων το ίδιο πολιτικό κόμμα, ως μελών "της διοικούσας επιτροπής του", ζητούν να αναγνωρισθεί από το δικαστήριο τούτο ότι το πολιτικό κόμμα με την επωνυμία Δ. με άλλες αποφάσεις καταστατικού συνεδρίου του ίδιου κόμματος, υφίσταται και δεν έχει διαλυθεί, ειδικότερα δε με βάση τις αποφάσεις του 2ου και 3ου τακτικού συνεδρίου του, εκπροσωπείται νόμιμα από τα εκλεγέντα καταστατικά όργανα αυτού, την κεντρική πολιτική επιτροπή και τη διοικούσα επιτροπή αυτού, διατηρώντας όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις και αποτελώντας συνέχεια κατά νόμο του κόμματος που ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1995.


Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα οι δύο αιτήσεις είναι νόμιμες, κατά τις διατάξεις των §§ 5 και 7 του άρθρου 29 ν. 3023/2002, εκτός από το δεύτερο και τρίτο αιτήματα της πρώτης από 14.5.2007 αίτησης: α) να αναγνωρισθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση με την ιδιότητα των μελών της "τριμελούς διοικούσας επιτροπής" του Δ., δεν εκπροσωπούν το κόμμα αυτό και δεν μπορούν να χρησιμοποιούν τον τίτλο και τα εμβλήματά του και β) να απειληθεί κατά των καθ' ών χρηματική ποινή για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί, αφού το δικαστήριο τούτο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί για τα αιτήματα αυτά και τις αντίστοιχες απαγορεύσεις (βλ. την υπ' αρ. 1/1989 απόφαση της προκατόχου επιτροπής του άρθρου 38 π.δ. 265/1989).


Πρέπει επομένως οι δύο αιτήσεις να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν.


IV. Από τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν, τις εξηγήσεις που δόθηκαν με τα έγγραφα υπομνήματά τους και την εν γένει διαδικασία, βεβαιώθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:


Το αιτούν και στις δύο αιτήσεις πολιτικό κόμμα σύμφωνα με την από 20 Δεκεμβρίου 1995 δήλωση του προέδρου του Γ, που έχει γίνει προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εμφανίζεται με την ονομασία Δ. και έμβλημα "ένα ολόκληρο ήλιο με χρωματισμό τις αποχρώσεις του πορτοκαλί, που φέρει στο κέντρο του ένα πουλί με ανοιχτές φτερούγες, που πετά και συμβολίζει το όραμα του λαού για κοινωνική δικαιοσύνη και πρόοδο" (βλ. και άρθρο 1 § 2 του από Δεκεμβρίου 2000 καταστατικού). Για το όνομα και το έμβλημα αυτό, και ειδικότερα για τη χρήση τούτων δεν υπάρχει καμία διαφωνία ουσιαστική, αφού οι αιτούντες και στις δύο αιτήσεις συνομολογούν, ότι τα πιο πάνω όνομα και έμβλημα, ανήκουν στο αιτούν πολιτικό κόμμα, και μόνο τούτο δικαιούται να κάνει χρήση τους.


Διαφωνία όμως υπάρχει σε σχέση με την εκπροσώπηση του κόμματος αυτού, που έχει ως θεμελιώδες υπόβαθρο το εάν το ίδιο κόμμα έχει διαλυθεί ή όχι νομότυπα και εάν εξελέγησαν στο μεταξύ τα καταστατικά όργανα που το εκπροσωπούν νομότυπα. Από τα ίδια στοιχεία προέκυψαν τα ακόλουθα επί της πιο πάνω διαφωνίας:


Από της ιδρύσεώς του το 1995 και μέχρι τις εθνικές βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου του 2004 το Δ. ανέπτυξε πολιτική δραστηριότητα, δημιουργώντας οργανώσεις σε όλη τη χώρα και στο εξωτερικό. Από το καταστατικό του ανωτέρω πολιτικού κόμματος, το οποίο εγκρίθηκε από το μη αμφισβητούμενο 1ο τακτικό υνέδριο των μελών του, που έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα, μεταξύ της 1ης και 3ης Δεκεμβρίου 2000, προκύπτει ότι:


1) Κυρίαρχο και ανώτατο όργανο αυτού είναι το συνέδριο των μελών του, το οποίο συγκαλείται από την κεντρική πολιτική επιτροπή και, μεταξύ άλλων, καθορίζει την πολιτική του, σε όλα τα ζητήματα, εκλέγει τον πρόεδρό του και την κεντρική πολιτική επιτροπή (Κ.Π.Ε.) και ελέγχει όλα τα όργανα του κόμματος (άρθρο 24).


2) Η κεντρική πολιτική επιτροπή του (Κ.Π.Ε.), αποτελούμενη από 120 τακτικά μέλη, είναι το ανώτερο όργανό του, μεταξύ του χρόνου δύο (2) συνεδρίων, συγκαλούμενη, είτε τακτικά, ανά τρίμηνο, είτε εκτάκτως, μετά από αίτημα του 1/3 των μελών της, και η απαρτία της καθορίζεται από την παρουσία των 2/3 των μελών της. Από το ίδιο καταστατικό (άρθρο 19) προκύπτει ότι δικαίωμα σύγκλησης της κεντρικής πολιτικής επιτροπής εκτάκτως και για ειδικά ζητήματα πολιτικής έχει ο πρόεδρος με την πολιτική γραμματεία του Δ. Το 1/3 των μελών της κεντρικής πολιτικής επιτροπής δύναται να ζητήσει από τον πρόεδρο και την πολιτική γραμματεία την έκτακτη σύγκληση της κεντρικής πολιτικής επιτροπής, όχι όμως και να συγκαλέσει αυτήν αυτοδυνάμως είτε γενικά σε έκτακτη σύνοδο είτε σε ειδική σύνοδο έκτακτη και για ειδικά ζητήματα πολιτικής.


Επίσης, με βάση το άρθρο 20 του ίδιου καταστατικού η κεντρική πολιτική επιτροπή εκλέγει την πολιτική γραμματεία του Δ.


3) Η πολιτική γραμματεία του Δ., με βάση το άρθρο 22 του ίδιου καταστατικού, αποτελεί όργανο πολιτικού σχεδιασμού και το ανώτερο εκτελεστικό όργανο της κεντρικής πολιτικής επιτροπής, και αποτελείται από τον πρόεδρο του κόμματος και δώδεκα (12) τακτικά μέλη.


Το Δ. από της ιδρύσεώς του έλαβε μέρος σε όλες τις εθνικές βουλευτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές, και συγκέντρωσε ποσοστά 4,3 % στις βουλευτικές του 1996, 6,8 % στις ευρωεκλογές του 1999, 2,7 % στις βουλευτικές του 2000 και 1,79 % στις βουλευτικές του 2004, με αποτέλεσμα να εμφανίζει φθείνουσα δύναμη στις βουλευτικές εκλογές, και στις δύο τελευταίες των ετών 2000 και 2004 να μείνει εκτός βουλής, αφού δεν συγκέντρωσε το ελάχιστο ποσοστό του 3%.


Εν όψει αυτών, στις 20.3.2004 η πολιτική γραμματεία του Δ., με πρωτοβουλία του αρχηγού του Γ, συνήλθε και αποφάσισε με πλειοψηφία πέντε (5), έναντι τεσσάρων (4) και μιας (1) λευκής ψήφου την αναστολή λειτουργίας του κόμματος.


Ακολούθως ο αρχηγός του κόμματος με την υπ' αρ. ... δήλωσή του προς τον εισαγγελέα του Αρείου δήλωσε ότι αναστέλλεται η λειτουργία του Δ. Επίσης, με την υπ' αρ. ... αίτησή του προς τον αρμόδιο για τα οικονομικά των κομμάτων Γ' αντιπρόεδρο της βουλής των Ελλήνων, ο Γ ζήτησε να οριστούν ορκωτοί λογιστές, προκειμένου να γίνει ο απαιτούμενος διαχειριστικός έλεγχος του κόμματος.


Στο μεταξύ, κατά την ίδια πιο πάνω συνεδρίαση της 20.3.2004 της πολιτικής γραμματείας, αποφασίστηκε, με τη σύμφωνη γνώμη και του προέδρου, εκτάκτως, η σύγκλησή της κεντρικής πολιτικής επιτροπής για την 3.4.2004 με βάση τη διάταξη του άρθρου 19 § 5 του καταστατικού του Δεκεμβρίου του 2000, ώστε να αποφανθεί για το ζήτημα της αναστολής λειτουργίας του κόμματος.


Η συνεδρίαση της 3.4.2004 της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του Δ. ματαιώθηκε στις 31.3.2004 με έγγραφη επιστολή του προέδρου του Δ. Γ προς όλα τα μέλη της Κ.Π.Ε., στην οποία ανέφερε και ότι: "αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη των διαδικασιών για τη διάλυση του κόμματος".


Στην ενέργεια αυτή του αρχηγού του κόμματος αντιτάχθηκαν 63 μέλη της Κ.Π.Δ. αποτελούντα ποσοστό που υπερέβαινε το 1/3 του συνολικού αριθμού των μελών της και ζήτησαν εγγράφως την έκτακτη σύγκληση της κεντρικής πολιτικής επιτροπής για την ίδια ημερομηνία της 3.4.2004 για να αποφανθεί για την αναστολή ή όχι της λειτουργίας του κόμματος. Ο πρόεδρος του κόμματος δεν δέχθηκε την αίτηση και κατά την ημερομηνία της 3.4.2004 συγκλήθηκε η κεντρική πολιτική επιτροπή με την παρουσία 84 μελών (βλ. το αρ. 3.4.2004 πρακτικό) αυτοδυνάμως, η οποία αποφάσισε την αντικατάσταση του προέδρου Γ από τα καθήκοντά του λόγω άρνησης και αδυναμίας να τα ασκήσει, την εκλογή "προσωρινής διοικούσας επιτροπής", στην οποία συμμετείχαν και οι τώρα αιτούντες της από 7.10.2007 αίτησης, ως και τη σύγκληση Β' τακτικού συνεδρίου το φθινόπωρο του 2004 για τροποποίηση του καταστατικού.


Μετά την εξέλιξη αυτή τα μέλη του κόμματος και της πολιτικής γραμματείας του Χ3, Χ1, Α και Β με την από 7.4.2004 αίτησή τους ασφαλιστικών μέτρων κατά του Γ, ως προέδρου του Δ., ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.


Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 3548/2004 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, καίτοι εστερείτο δικαιοδοσίας κατά τα ανωτέρω, αφού κρίθηκε ότι η από 20.3.2004 απόφαση της πολιτικής γραμματείας για αναστολή της λειτουργίας δεν ήταν έγκυρη, επειδή δεν είχε ληφθεί από το καθ' ύλην αρμόδιο όργανο που ήταν το συνέδριο (άρθρ 24 του καταστατικού), δέχθηκε την αίτηση και διέταξε ως πρόσφορα ασφαλιστικά μέτρα αφ' ενός την αναστολή εκτελέσεως της από 20.3.2004 αποφάσεως της πολιτικής γραμματείας, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της τακτικής αγωγής, που επρόκειτο να ασκηθεί, με αίτημα, την αναγνώριση της ακυρότητας της ίδιας απόφασης και αφ' ετέρου την αποχή του Γ, ως προέδρου του Δ. από ενέργειες, που θα παρακώλυαν την ομαλή λειτουργία και τη δράση του.


Η τακτική αγωγή συζητήθηκε στις 22.5.2008 στο πολυμελές πρωτοδικείο Αθηνών και δημοσιεύθηκε κατά τα γνωστά στο δικαστήριο και από δημοσιεύματα του Τύπου στις 30.1.2009 η υπ' αρ. 644/2009 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.


Στο μεταξύ, ενόψει των Ευρωεκλογών της 13.6.2004 η "προσωρινή διοικούσα επιτροπή του Δ." που είχε προέλθει με τις πιο πάνω συνθήκες από τη συνεδρίαση της κεντρικής πολιτικής επιτροπής της 3.4.2004 με την από 22.5.2004 δήλωση προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπογραφόμενη και από τους εκπροσώπους του συνεργαζόμενου σε συνασπισμό κόμματος με την επωνυμία ΔΕΚ, πρότειναν ως υποψήφια μέλη του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου κατά τις εκλογές της 12.13.6.2004 τα πρόσωπα που αναφέρονταν στη δήλωση.


Με την υπ' αρ. 137/2004 απόφαση του δικαστηρίου τούτου οι προτεινόμενοι υποψήφιοι με την πιο πάνω δήλωση δεν ανακηρύχθηκαν γιατί κρίθηκε τότε ότι "η διοικούσα επιτροπή που υπέγραφε τη δήλωση εκείνη δεν προβλεπόταν ως καταστατικό όργανο του Δ.".


Αίτηση ανακλήσεως της αποφάσεως εκείνης που υποβλήθηκε από μέλη της ίδιας "διοικούσας επιτροπής του Δ." απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 142/2004 απόφαση του δικαστηρίου τούτου ως απαράδεκτη, γιατί αφορούσε οριστική απόφαση.


Το 2ο τακτικό συνέδριο του κόμματος, που κατά τα προαναφερθέντα είχε αποφασισθεί να πραγματοποιηθεί κατά τη συνεδρίαση της κεντρικής πολιτικής επιτροπής της 3.4.2004 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 16 και 17 Οκτωβρίου 2004, προέβη σε τροποποίηση του καταστατικού του κόμματος, προβλέποντας "μόνιμη διοικούσα επιτροπή", αντί του τότε προέδρου, εξέλεξε νέα Κ.Π.Ε. από την οποία εξελέγησαν νέα πολιτική γραμματεία και διοικούσα επιτροπή. Το συνέδριο εκείνο κατάργησε το θεσμό του προέδρου του κόμματος και θέσπισε με αυξημένη πλειοψηφία καταστατική τροποποίηση αντικαταστάσεως του προέδρου με μόνιμη διοικούσα επιτροπή, ενώ το Μάρτιο του 2007 συγκλήθηκε το 3ο τακτικό συνέδριο του κόμματος που εξέλεξε τα ίδια όργανα.


Στη συνέχεια, με το π.δ. 154/18.8.2007 (Φ.Ε.Κ. Α' 196) προκηρύχθηκαν βουλευτικές εκλογές για την 16.9.2007, εν όψει δε αυτών το πολιτικό κόμμα Δ. δήλωσε τη συμμετοχή του αυτή με την από 27.8.2007 δήλωση προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπογραφόμενη από τους και τώρα αιτούντες της από 7.10.2007 αίτησης, που φέρονται να το εκπροσωπούν Χ3, Χ1 και Χ2 ως μέλη της "διοικούσας επιτροπής" του κόμματος και σε συνασπισμό με άλλα κόμματα με την προσωνυμία Σ. Τα ίδια αυτά τρία φυσικά πρόσωπα αποτελούν και τους καθ' ών της από 14.5.2007 αντίθετης, ερευνώμενης τώρα αίτησης.


Την 1.9.2007 συνεδρίασε το δικαστήριο τούτο στο πλαίσιο της εκλογικής διαδικασίας του άρθρου 35 π.δ. 96/2007 για να ανακηρύξει τους δηλωθέντες συνδυασμούς σε όλες τις εκλογικές περιφέρειες του κράτους. Κατά τη συνεδρίαση εκείνη, τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου τούτου και η από 28.8.2007 αίτηση - υπόμνημα του ίδιου πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Δ., το οποίο και τότε "φερόταν να τελεί σε εκκαθάριση με την από 30.10.2004 απόφαση του έκτακτου συνεδρίου του και να εκπροσωπείται από τους ίδιους πιο πάνω τρεις ορισθέντες ως εκκαθαριστές αυτού" Ψ1, Ψ2 και Ψ3, χωρίς όμως παράλληλα να εισαχθεί τότε προς δικαστική επίλυση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και διαφωνία παρόμοια με την ένδικη από το άρθρο 29 § 7 του ν. 3023/2002 και 38 π.δ. 96/2007, μεταξύ των τώρα αντιδίκων μερών, για το πιό εκ των δύο εκπροσωπεί το πολιτικό κόμμα Δ., και εάν το τελευταίο τελεί σε εκκαθάριση ύστερα από νομότυπη διάλυσή του.


Επί της διαδικασίας εκείνης εκδόθηκε η υπ' αρ. 4/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία δεν ανακηρύχθηκε το πολιτικό κόμμα Δ. ως μέλος του πιο πάνω συνασπισμού, γιατί τότε κρίθηκε ότι τα μέλη της "διοικούσας επιτροπής" που υπέγραφαν την εκλογική δήλωση του κόμματος Χ3, Χ1 και Χ2 είχαν προέλθει από ελαττωματικές καταστατικές διαδικασίες.


Τα κριθέντα από εκείνη την απόφαση, αλλά και την προγενέστερη υπ' αρ. 137/2004 του ίδιου δικαστηρίου δημιουργούν δεδικασμένο στην ένδικη διαφορά, αφού τότε δεν εισήχθη, διαδικαστικά και αυτοτελής διαφωνία προς επίλυση, παρόμοια με την τώρα κρινόμενη, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι αιτούντες της από 14.5.2007 αίτησης κρίνονται αβάσιμα.


Από τη δέουσα όμως συνεκτίμηση των ίδιων προγενέστερων αποφάσεων και των όσων μέχρι τώρα έγιναν δεκτά με την παρούσα, προκύπτει ότι η συνεδρίαση, την οποία πραγματοποίησαν με τις πιο πάνω συνθήκες "αυτογνωμόνως" στις 3.4.2004 τα 86 μέλη της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του Δ., χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του προέδρου και της πολιτικής γραμματείας του, δεν ήταν καταστατικά νομότυπη, αλλά ελαττωματική, και επομένως και οι αποφάσεις που λήφθηκαν τότε στην ίδια συνεδρίαση, μεταξύ των οποίων και η σύγκληση του 2ου συνεδρίου της 16ης και 17ης Οκτωβρίου του 2004, που μπορούσε να συγκληθεί όμως καταστατικά αποκλειστικά από νομότυπα συγκληθείσα κεντρική πολιτική επιτροπή, ήταν καταστατικά ελαττωματικές.


Επομένως και η εκλογή των τριών φυσικών προσώπων Χ1, Χ2 και Χ3 των μελών της "διοικούσας επιτροπής" του κόμματος, δηλαδή όργανο που δεν προβλέπεται από το μη αμφισβητούμενο αρχικό καταστατικό του Δ., του 1ου τακτικού συνεδρίου της 1ης, 2ης και 3ης Δεκεμβρίου 2000, είναι αλυσιδωτά καταστατικά ελαττωματική, ώστε τα ίδια φυσικά πρόσωπα και το όργανο που εκπροσωπούν δε νομιμοποιούνται να εκπροσωπούν το Δ. ως μη προερχόμενα από το τελευταίο νόμιμα καταστατικό συνέδριο του κόμματος που δεν ήταν ούτε εκείνο της 16ης και 17ης Οκτωβρίου 2004, ούτε εκείνο του Μαρτίου του 2007.


Περαιτέρω από τα ίδια στοιχεία προέκυψε ότι και η απόφαση της 30.4.2004 της πολιτικής γραμματείας του Δ. υπό τον πρόεδρό του Γ για την αναστολή λειτουργίας του κόμματος δεν ήταν καταστατικά νομότυπη, αφού λόγω της σοβαρότητάς της έπρεπε να προέρχεται από το κατά το άρθρο 24 του καταστατικού του κόμματος του Δεκεμβρίου 2000, ανώτατο πολιτικό όργανο δηλαδή το Συνέδριο.


Για τους ίδιους λόγους, δεν ήταν καταστατικά νομότυπη, ούτε η απόφαση της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του Δ. που συνήλθε υπό την προεδρία του Γ στις 12.7.2004 και αποφάσισε, εκτός άλλων, την αναστολή λειτουργίας του Δ.


Στη συνέχεια, στις 28 Αυγούστου 2004, μετά από τηλεφωνική κλήση όλων των μελών της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του Δ. (βλέπε τις προσκομιζόμενες ονομαστικές καταστάσεις των μελών και τις βεβαιώσεις ενυπογράφως εκ μέρους των καλούντων για το γεγονός της κλήσης), συνήλθε εκ νέου η κεντρική πολιτική επιτροπή του Δ. και αποφάσισε τότε τη διενέργεια έκτακτου συνεδρίου στις 30 Οκτωβρίου 2004 με θέμα "τη συνέχιση ή την πολιτική διάλυση του Δ.". Με βάση δε την απόφαση αυτή διεξήχθη στις 30 Οκτωβρίου 2004 στην Αθήνα το έκτακτο συνέδριο του Δ., στο οποίο, ύστερα από εισήγηση του προέδρου, αποφασίστηκε: α) η διάλυση του κόμματος και η θέση του υπό εκκαθάριση, β) ο διορισμός των αιτούντων της από 14.5.2007 αίτησης τριών φυσικών προσώπων ως εκκαθαριστών: των Ψ1, Ψ2 και Ψ3, γ) η παραίτηση του Δ. υπέρ του ελληνικού Δημοσίου από την κρατική επιχορήγηση των επομένων τεσσάρων ετών 2004-2008 συνολικού ήδη ποσού άνω των 4.000.000 ευρώ από το οποίο τότε ποσό 815.920 ευρώ είχε ήδη κατατεθεί στο Τ.Π.Δ., δ) η παράδοση στο ελληνικό Δημόσιο όλης της κινητής περιουσίας του κόμματος μετά την εκπλήρωση των νομίμων υποχρεώσεων, στην οποία περιλαμβάνονται και χρηματικές καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες 1.000.000 περίπου ευρώ.


Πλην όμως, από το σύνολο των προσκομιζομένων στοιχείων δεν προέκυψε ότι κατά τη συνεδρίαση της κεντρικής πολιτικής επιτροπής της 28.8.2004 υπήρξε η αναγκαία κατά το καταστατικό του κόμματος του Δεκεμβρίου του 2000 καταστατική απαρτία της παρουσίας 80 τουλάχιστον μελών (2/3 των 120), που θα εξασφάλιζε την εγκυρότητα των πιο πάνω αποφάσεων, τόσο του οργάνου αυτού, όσο και του συνεδρίου της 30ης Οκτωβρίου 2004, που αποφάνθηκε για τη διάλυση του κόμματος.


Ειδικότερα, από της πλευράς των αιτούντων - καθ' ων η αίτηση Χ1, Χ2 και Χ3 ρητά αμφισβητείται η ύπαρξη της πιο πάνω απαρτίας, με το επιχείρημα ότι κατά την επικαλούμενη απ' αυτούς σύνοδο της κεντρικής πολιτικής επιτροπής του κόμματος της 3.4.2004, παρέστησαν τα 85 μέλη της, που ονομαστικά περιλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες καταστάσεις, που φέρουν παραπλεύρως κάθε ονόματος και την υπογραφή του κάθε μέλους, προκύπτει δε η τότε ιδιότητα καθενός ως μέλους της Κ.Π.Ε. και από την προσκομιζόμενη κατ' αλφαβητική σειρά συνολική κατάσταση των 120 μελών της Κ.Π.Ε. του Φεβρουαρίου 2004.


Για την αντίκρουση των πιο πάνω, από τις πλευράς των αιτούντων - καθ' ων η αίτηση, με την ιδιότητα των "εκκαθαριστών του Δ." Ψ1, Ψ2 και Ψ3, προσκομίζονται οι ονομαστικές καταστάσεις τηλεφωνικών κλήσεων των μελών της Κ.Π.Ε. για τη συνεδρίαση, τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της ίδιας συνεδρίασης, και οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη Αθηνών με αριθμούς ... και ... των Δ και Ε.


Όμως, από τις τηλεφωνικές και μόνο κλήσεις δεν προκύπτει και ότι πράγματι τα κληθέντα μέλη παρέστησαν στην επίμαχη συνεδρίαση της 28.8.2004.


Εξάλλου, από τις ένορκες βεβαιώσεις και τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά προκύπτει μεν αορίστως ότι η Κ.Π.Ε. της 28.8.2004 συνεδρίασε "έχοντας τη νόμιμη απαρτία" (βλ. σελ. 50 της απομαγνητοφώνησης), από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει, εν όψει της ρητής αμφισβήτησης από το άλλο διάδικο μέρος, ποιά ονομαστικά μέλη της Κ.Π.Ε. παρέστησαν τότε, και εάν ο αριθμός τους υπερέβαινε εκείνο του 80 για να εξασφαλισθεί η απαιτούμενη καταστατική απαρτία, λόγω και της σοβαρότητας του συζητούμενου θέματος.


Αυτά δε εν όψει και: 1) των προβαλλομένων από της πλευράς των εμφανιζομένων ως "διοικούσας επιτροπής" και αντιδίκων των εμφανιζομένων "ως εκκαθαριστών" ότι από τα πιο πάνω 85 μέλη, που ενυπογράφως και ονομαστικά παρέστησαν στη συνεδρίαση της Κ.Π.Ε. της 3.4.2004, δεν είχαν λόγο να παρασταθούν στην αντίστοιχη συνεδρίαση του ίδιου οργάνου της 28.8.2004, που κατ' αυτούς ήταν παράνομη και αντικαταστατική και 2) οι εκπροσωπούντες ως "εκκαθαριστές" το κόμμα δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν τις ονομαστικές καταστάσεις των μελών της Κ.Π.Ε. που πράγματι κατ' αυτούς παρέστησαν κατά τη συνεδρίαση της Κ.Π.Ε. της 28.8.2004, εν όψει άλλωστε και του ότι αποτελεί βασική προϋπόθεση του κύρους της συνεδρίασης οποιονδήποτε συλλογικού οργάνου η αναγνώριση ως προς την ταυτότητα και η έγγραφη διαπίστευση ονομαστικά των προσερχομένων μελών, ώστε πριν από την έναρξη της συνεδρίασης να διαπιστώνεται αναμφίβολα και σε ανύποπτο χρόνο η ύπαρξη της αναγκαίας απαρτίας που πρέπει να υπάρχει και μέχρι τη λήψη των αποφάσεων και τη λήξη της συνεδρίασης.


Άλλωστε, και από την απομαγνητοφώνηση των πρακτικών της ίδιας επίμαχης συνεδρίασης της 28.8.2004 προκύπτει ότι οι αποφάσεις δεν λήφθηκαν με ονομαστική ψηφοφορία αλλά αορίστως με "ανάταση του χεριού", από δε τα είκοσι δύο μέλη, που ονομαστικά έλαβαν το λόγο, κανένα δεν περιλαμβάνεται στην προσκομιζομένη κατάσταση της συνεδρίασης της 3.4.2004.


Επομένως, και η εκλογή των τριών φυσικών προσώπων Ψ1, Ψ2 και Ψ3 ως "εκκαθαριστών του κόμματος μετά τη διάλυσή του", δηλαδή όργανα που δεν προβλέπονται από το μη αμφισβητούμενο αρχικό καταστατικό του Δ. του 1ου τακτικού συνεδρίου του Δεκεμβρίου 2000, είναι αλυσιδωτά καταστατικά ελαττωματική, ώστε τα ίδια όργανα με την ιδιότητα του εκκαθαριστή δε νομιμοποιούνται να εκπροσωπούν το Δ. ως μη προερχόμενα από το τελευταίο νόμιμο συνέδριο, που δεν είναι εκείνο της 30ης Οκτωβρίου 2004, κατά το οποίο αποφασίστηκε και η διάλυση του κόμματος, αφού το συνέδριο εκείνο δεν είχε συγκληθεί νομότυπα με έγκυρη καταστατική απόφαση της Κ.Π.Ε. του κόμματος, που δεν ήταν εκείνη της 28.8.2004.


Τα προαναφερθέντα, στο σύνολό τους, δεν αναιρούνται στο πλαίσιο της προκειμένης διαδικασίας ούτε από το γεγονός ότι και στα δύο διαμφισβητούμενα συνέδρια (ένα για κάθε διάδικο μέρος) της 16ης και 17ης Οκτωβρίου 2004 αφ' ενός και της 30ης Οκτωβρίου 2004 αφ' ετέρου παρέστησαν αντιπροσωπείες από όλα σχεδόν τα κόμματα και "χαιρέτησαν" τις εργασίες τους, αφού, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 29 § 5 ν. 3023/2002, ως ηγεσία του κόμματος (πρόεδρος - αρχηγός ή διοικούσα επιτροπή) θεωρούνται εκείνοι που έχουν νόμιμα εκλεγεί από το τελευταίο νόμιμο συνέδριο του κόμματος, και εφ' όσον αυτό είναι αναμφισβήτητα καταστατικά έγκυρο και ισχυρό. (βλ. την υπ' αρ. 1/1989 απόφαση της προκατόχου επιτροπής του άρθρου 38 π.δ. 265/1989 που επιλήφθηκε διαφωνίας για τα δύο "κόμματα" τότε της ΕΔΑ).


Επίσης δεν αναιρούνται τα προαναφερθέντα για τους ίδιους λόγους ούτε από το επικαλούμενο γεγονός της θεώρησης κατά πλειοψηφία από την επιτροπή οικονομικών των κομμάτων και των βουλευτών της Βουλής των Ελλήνων των βιβλίων εσόδων - εξόδων των ετών 2005 - 2007 του κόμματος και των κουπονιών οικονομικής εξόρμησης των ίδιων ετών "της διοικούσας επιτροπής", αφού, με βάση το υπ' αρ. 869/20.12.2005 έγγραφο του τότε προέδρου της ίδιας επιτροπής "το ζήτημα του ποιός εκπροσωπεί το Δ. θα κριθεί δικαστικά".


Αλλά και η ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. που απασχολήθηκε με την ένδικη διαφωνία, όσον αφορούσε τη διαχείριση της κρατικής επιχορήγησης, έκρινε ότι έπρεπε να παραμείνουν τα χρηματικά ποσά στο Τ.Π.Δ.Α. και να μη αποδοθούν σε κανένα μέχρι τη δικαστική αναγνώριση για το ποιός νομιμοποιείται να εκπροσωπεί το ίδιο κόμμα.


Εν όψει όλων των προαναφερθέντων και οι δύο αιτήσεις, που ασκήθηκαν από φυσικά πρόσωπα, που δε νομιμοποιούνται κατά τις εν ισχύει καταστατικές διατάξεις του Δ. να το εκπροσωπούν νόμιμα ως πολιτικό κόμμα, πρέπει να απορριφθούν, και να συμψηφισθεί η μεταξύ των αντιδίκων μερών δικαστική δαπάνη της εν γένει διαδικασίας, λόγω της ανάλογης νίκης και ήττας καθενός.


Παρατηρήσεις

1. Ενώπιον του Α/1 αναιρετικού τμήματος του Αρείου Πάγου, ως κατ' εξαίρεση αρμόδιου δικαστηρίου για την επίλυση ακραίων ενδοκομματικών διαφορών, ασκήθηκαν δύο αντίθετες αιτήσεις. Αιτών, αναφορικά και με τις δύο αντίθετες αιτήσεις, ήταν το πολιτικό κόμμα Δ. Αντίδικος δέν υπήρχε, ούτε ήταν νοητό να υπάρχει δικονομικώς, άν και η αντιδικία φαίνεται να ήταν οξύτατη. Μόνο που αυτή η οξύτατη αντιδικία περιοριζόταν ανάμεσα σε δύο μικρές ομάδες φυσικών προσώπων, κάθε μιά απο τις οποίες ισχυριζόταν οτι αυτή εκπροσωπούσε νομίμως το ίδιο και αδιαίρετο κόμμα, ως αιτούντα διάδικο: αφ’ ενός η μικρή ομάδα που αυροπροσδιοριζόταν ως η διοικούσα επιτροπή του αιτούντος πολιτικού κόμματος, φερομένου ως νομίμως λειτουργούντος και, αφ’ ετέρου, η άλλη επίσης μικρή ομάδα που αυτοπροδιοριζόταν ως οι εκκαθαριστές του ίδιου πολιτικού κόμματος, το οποίο, κατα τους ισχυρισμούς της δεύτερης τούτης ομάδας είχε πάψει να λειτουργεί και τελούσε υπο εκκαθάριση.


2. Η ανάγνωση του πρώτου μέρους της σχολιαζόμενης απόφασης δικαιολογούσε ανησυχίες, καθώς δημιουργούσε την εντύπωση αποστασιοποίησης, με την έννοια του οτι τάχα αρκεί η λειτουργία των πολιτικών κομμάτων να υπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, έτσι που απο εκεί και πέρα τα κόμματα να λειτουργούν δίχως κανένα δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της δράσης των. Ευτυχώς όμως, στη συνέχεια, αυτή η αρχική απροθυμία δικαστικού ελέγχου ξεπεράστηκε και, με την επίκληση αρκετά πειστικής θεμελίωσης, η σχολιαζόμενη απόφαση απέρριψε τις δύο αντίθετες αιτήσεις των αντίπαλων ομάδων που έριζαν για την περαιτέρω λειτουργία του κόμματος – μια λειτουργία που σχετιζόταν και με τη διαχείριση καθόλου ευκαταφρόνητων χρηματικών ποσών απο κρατικούς και κοινοτικούς πόρους.


3. Συνακόλουθα, η σχολιαζόμενη απόφαση θα πρέπει να χαιρετιστεί ως ενα πρώτο βήμα για τον αναγκαίο δικαστικό έλεγχο των παρανομιών, στις οποίες ενδέχεται να παρασύρονται κάποιοι που, κατ' επάγγελμα, έχουν αναλάβει να υπηρετούν την ταλαίπωρη δημοκρατική τάξη του τόπου μας.


Κώστας Ε. Μπέης